Εκείνο το βράδυ στη παλιά γέφυρα της Χαλκίδας κάτι έγινε ξαφνικά και γρήγορα.
Οι λίγοι που περνούσαν εκείνη την ώρα σταματούσαν από ένστικτο και κοιτούσαν κάτω, στη θάλασσα που φωτίζονταν από τους προβολείς.
Στην αρχή δεν ήταν τίποτα. Ένας ήχος που μόλις που έφτανε στ’ αυτιά, σαν να ανέβαινε από πολύ βαθιά.
Σαν κάτι να άνοιγε τα μάτια του αργά αργά. Τα λεπτά κυλούσαν και ο θόρυβος δυνάμωνε — πιο επίμονος, πιο βιαστικός, σχεδόν σαν να απαιτούσε προσοχή.
Και μετά έγινε.
Εκατοντάδες ψάρια εκτοξεύτηκαν από τη θάλασσα ταυτόχρονα, χωρίς κανένα προειδοποιητικό σημάδι. Κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν έβγαλε κινητό, δεν αντέδρασε.
Έμειναν όλοι εκεί, καρφωμένοι, να κοιτούν.
Μερικοί λένε ότι ο Εύριπος είναι έτσι. Ότι παίζει με τους δικούς του κανόνες, που κανείς δεν τους έχει γράψει πουθενά.
Εκείνο το βράδυ, όποιος ήταν εκεί, δεν χρειάστηκε να του το εξηγήσει κανείς.

